Η μεταβίβαση της ΑΤΕ κόστισε 9 δις, ενώ με 4,9 δις θα είχε παραμείνει Δημόσια!

11 Ιουλίου 2013

Περισσότερα από 2 δις ευρώ πάνω από τα προϋπολογισθέντα, κόστισε στο ελληνικό Δημόσιο η μεταβίβαση της «καλής» ΑΤΕ στην Τράπεζα Πειραιώς!



Αυτό αποκαλύπτεται από την απάντηση του Όλι Ρεν σε ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νίκο Χουντή, σε σχέση με το μέγεθος της επιβάρυνσης που υπέστη το ελληνικό δημόσιο κατά τη μεταβίβαση της «καλής» ΑΤΕ στην Τράπεζα Πειραιώς. 

Στην απάντηση του ευρωπαίου Επίτροπου αναδεικνύεται το τραγικό γεγονός ότι, εν μέσω κρίσης, η ελληνική οικονομία «αποζημιώνει» την Τράπεζα Πειραιώς για τη μεταβίβαση της Αγροτικής, δίνοντάς της και επιπλέον «αέρα» μερικών δις ευρώ!!!

Στην ερώτησή του, ο Νίκος Χουντής επεσήμαινε, με συγκεκριμένα στοιχεία ότι, 

«Η πώληση της Αγροτικής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς κόστισε στο ελληνικό Δημόσιο πάνω από 9 δισεκατομμύρια ευρώ». 

Την άποψή του αυτή, υποστήριζε εξηγώντας ότι, στο επίσημο ποσό των 7.470.717.000 ευρώ που προέκυπτε από τη διαφορά ενεργητικού και παθητικού κατά την οριστική αποτίμηση της ΑΤΕ στις 28-1-2013, δεν είχαν συνυπολογισθεί «570.000.000 ευρώ για αύξηση κεφαλαίου, 300.000.000 ευρώ από το κέρδος της πώλησης των ομολόγων στο ελληνικό Δημόσιο, 200.000.000 ευρώ από την υπεραξία των μετοχών της ΑΤΕ που μεταβιβάσθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά και μέρος των προβλέψεων της ΑΤΕ, το σύνολο των οποίων στις 30-6-2012 ήταν 3,1 δισεκατομμύρια ευρώ».

Στη συνέχεια της ερώτησής του, ο Νίκος Χουντής ζητούσε να μάθει εάν τα ανωτέρω ποσά συμψηφίστηκαν στα 7.470.717.000 ευρώ της διαφορά ενεργητικού παθητικού που προέκυψε κατά την οριστική αποτίμηση της ΑΤΕ.

Στην απάντησή του, ο Όλι Ρεν, αποδεχόμενος ουσιαστικά την άποψη του Νίκου Χουντή ότι το συνολικό κόστος της μεταβίβασης ήταν μεγαλύτερο από 9 δις ευρώ, εξηγεί τους λόγους που τα ανωτέρω ποσά δε συνυπολογίστηκαν στην οριστική αποτίμηση της ΑΤΕ, επισημαίνοντας ότι:

• «Η Τράπεζα της Ελλάδας προβαίνει σε μία αρχική εκτίμηση του κενού χρηματοδότησης που βασίζεται σε συντηρητικές υποθέσεις»,

• «Τα γεγονότα που ακολουθούν την ημερομηνία της απόφασης δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία εκτίμησης για τον προσδιορισμό του τελικού κενού χρηματοδότησης».

• «Για το σκοπό αυτό, ο ελεγκτής αποτιμά τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες στις 27 Ιουλίου 2012, ενώ κάθε πιθανή απώλεια ή κέρδος που προκύπτει από γεγονότα που συμβαίνουν μετά την ημερομηνία της απόφασης, δεν λαμβάνεται υπόψη».

• «Οι προβλέψεις που θα διατεθούν για τα «κακά» δάνεια που βαρύνουν τον οργανισμό αποτιμώνται με βάση την εκκαθάριση, ενώ οι πόροι που θα διατεθούν για τα «καλά» είναι εύλογης αξίας».

Καταλήγοντας στην απάντησή του, ο Όλι Ρεν, παραπέμπει για περισσότερες πληροφορίες, «στην τοπική αρχή που εξέδωσε την απόφαση, που εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Τράπεζας της Ελλάδας».

Με αφορμή την απάντηση του Όλι Ρεν, ο Νίκος Χουντής έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι, ενώ το «κόλπο» της διάσπασης της Αγροτικής Τράπεζας και της μεταβίβασης των υγιών της στοιχείων στην Τράπεζα Πειραιώς, υποτίθεται ότι θα κόστιζε περίπου 7 δις ευρώ, τελικά κόστισε στους έλληνες φορολογούμενους, πέρα από την απώλεια της ίδιας της ΑΤΕ, περισσότερα από 9 δις ευρώ!.

Το πιο προκλητικό για την κοινή λογική είναι ότι, με βάση την Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδας για την Ανακεφαλαιοποίηση και την Αναδιάταξη του Τραπεζικού Τομέα, που έδωσε στη δημοσιότητα στις 27/12/2012, η ΑΤΕ θα μπορούσε να είχε ανακεφαλαιοποιηθεί με 4,92 δις ευρώ, και αν λάβουμε υπόψη τις υπεραξίες ομολόγων και μετοχών από το Δεκέμβριο του 2011 έως το Δεκέμβριο του 2012, με 3,8 δις ευρώ.

Προκύπτει δηλαδή ότι, με πολύ λιγότερα κεφάλαια, η Αγροτική Τράπεζα θα μπορούσε να ανακεφαλαιοποιηθεί και να συνεχίσει να συμβάλλει στην ανάπτυξη της ελληνικής αγροτικής οικονομίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Σημειώνουμε ότι η ίδια «στρατηγική» εφαρμόσθηκε και εφαρμόζεται και για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, με αποτέλεσμα να γινόμαστε μάρτυρες μίας διελκυστίνδας, με θύμα το ΤΤ και τον έλληνα φορολογούμενο.

Είναι επιτακτική λοιπόν η ανάγκη, να δοθούν σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις από την Τράπεζα της Ελλάδας και τον Υπουργό Οικονομικών στο εξής απλό ερώτημα: 

Γιατί προτιμήθηκε η λύση της μεταβίβασης της ΑΤΕ στην Τράπεζα Πειραιώς με το τεράστιο αυτό κόστος, και όχι η λύση της απευθείας ανακεφαλαιοποίησής της;»

Η πλήρης ερώτηση του Νίκου Χουντή και η απάντηση του Όλι Ρεν έχουν ως εξής:

Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-005283/2013
προς την Επιτροπή
Άρθρο 117 του Κανονισμού
Nikolaos Chountis (GUE/NGL)

Θέμα:Αναγκαία διαφάνεια κατά την πώληση Τραπεζών

«Η πώληση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΑΤΕ) στην Τράπεζα Πειραιώς υπολογίζεται ότι κόστισε στο ελληνικό Δημόσιο πάνω από 9 δισεκατομμύρια EUR. 

Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται 7.470.717.000 EUR ως διαφορά μεταξύ ενεργητικού και παθητικού της ΑΤΕ, 570.000.000 EUR για αύξηση κεφαλαίου, 300.000.000 EUR από το κέρδος της πώλησης των ομολόγων στο ελληνικό Δημόσιο (διαδικασία επαναγοράς Δεκεμβρίου 2012), 200.000.000 EUR από την υπεραξία του χαρτοφυλακίου από 27-7-2012 έως 28-01-2013 των μετοχών της ΑΤΕ που μεταβιβάσθηκαν στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά και μέρους των προβλέψεων της ΑΤΕ, το σύνολο των οποίων στις 30-6-2012 ήταν 3,1 δισεκατομμύρια EUR.

Ερωτάται η Επιτροπή:

1.Συμψηφίστηκαν στην οριστική αποτίμηση της 28-1-2013 τα 300 εκατομμύρια EUR που προέκυψαν ως κέρδος για την Τράπεζα Πειραιώς, κατά την πώληση των ομολόγων τον Δεκέμβριο του 2012 στο Ελληνικό Δημόσιο, στην τιμή των 32€/100€, όταν οι τρέχουσες τιμές τους την ημέρα μεταβίβασης- πώλησης (27-7-2012) ήταν 18€/100€;

2.Το ποσό των περίπου 200 εκατομμυρίων EUR που προέκυψε ως κέρδος για την Τράπεζα Πειραιώς, από την υπεραξία των μετοχών του επενδυτικού χαρτοφυλακίου από 27-7-2012 έως 28-1-2013, δεν θα έπρεπε να έχουν συμψηφισθεί στα 7 470 717 000 EUR της διαφοράς ενεργητικού παθητικού;

3.Πώς έγινε ο διαχωρισμός προβλέψεων, ύψους περίπου 3,1 δισεκατομμυρίου EUR, μεταξύ της «καλής» και της «κακής» ΑΤΕ;»

E-005283/2013 Απάντηση του κ. Rehn εξ ονόματος της Επιτροπής (1.7.2013)

«1 & 2. Σύμφωνα με το άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, η Τράπεζα της Ελλάδας προβαίνει σε μία αρχική εκτίμηση του κενού χρηματοδότησης που βασίζεται σε συντηρητικές υποθέσεις. 

Διαδοχικά, διορίζεται ελεγκτής για να εκτιμηθεί το χάσμα χρηματοδότησης κατά την ημερομηνία λήψης της απόφασης. 

Τα γεγονότα που ακολουθούν την ημερομηνία της απόφασης δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία εκτίμησης για τον προσδιορισμό του τελικού κενού χρηματοδότησης. 

Τα ΟΕΔ και μετοχές που μεταβιβάστηκαν αποτιμώνται, όπως απαιτείται από τα ΔΠΧΠ, στην τιμή της αγοράς κατά την ημέρα της απόφασης. 

Ο αγοραστής επιβαρύνεται οποιοδήποτε κόστος ή όφελος από οποιαδήποτε αλλαγή στην απόδοση του χαρτοφυλακίου. 

Για τον σκοπό αυτό, ο ελεγκτής αποτιμά τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες στις 27 Ιουλίου 2012, ενώ κάθε πιθανή απώλεια ή κέρδος που προκύπτει από γεγονότα που συμβαίνουν μετά την ημερομηνία της απόφασης, δεν λαμβάνεται υπόψη.

3. Οι προβλέψεις χωρίζονται ανάλογα με τις κατηγορίες δανείων (π.χ. αποδοτικά, μη αποδοτικά).

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι οι προβλέψεις εκτιμώνται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το αν αφορούν τα εξυπηρετούμενα (καλά) ή μη εξυπηρετούμενα (κακά) δάνεια. 

Οι προβλέψεις που θα διατεθούν για τα «κακά» δάνεια που βαρύνουν τον οργανισμό αποτιμώνται με βάση την εκκαθάριση, ενώ οι πόροι που θα διατεθούν για τα «καλά» είναι εύλογης αξίας. 

Για πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες αποφάσεις στην Ελλάδα, η Επιτροπή παραπέμπει το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου στην τοπική αρχή που εξέδωσε την απόφαση, που εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Τράπεζας της Ελλάδας.»
ΑΤΕ Χουντής


Share this