ΑΠ 1472/2004 (366435) ...... Αλληλόχρεος λογαριασμός νέοι λόγοι ανακοπής οφειλέτη κατά διαταγής πληρωμής.

Ημερομηνία
Τράπεζα
Διάδικος
Δικαστήριο
Απόφαση Υπέρ
Απόφαση
Κόστος Διαδίκου
30/3/1998
Διατ. Πληρ.





18/5/1998

Ανακοπή
Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου



1999



Διαδίκου
61/1999 οριστική απόφαση


Έφεση

Εφετείο Κρήτης



2001



Τράπεζας
506/2001

29/1/2002

Αίτηση Αναίρεσης
Άρειος Πάγος



23/12/2003

Πρόσθετοι λόγοι




10/11/2004


Άρειος Πάγος (Ζ Πολιτ. Τμήμα)
Τράπεζας
1472/2004
1.170 €

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αλληλόχρεος λογαριασμός. Κλείσιμο του λογαριασμού και αναγνώριση του καταλοίπου από τον πιστούχο. Εκδοση διατατής πληρωμής βάσει του καταλοίπου. Εγκυρη η συμφωνία των μερών για την απόδειξη της οφειλής από απόσπασμα των Εμπορικών Βιβλίων της Τράπεζας. Μόνη η μεγάλη οικονομική βλάβη του οφειλέτη, δεν καθιστά καταχρηστική την έκδοση διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής. Πότε και πώς προβάλλονται.

Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αρ. 506/2001 απόφασης ΕφΚρήτης. 

Αριθμός 1472/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, 

Νικόλαο Κασσαβέτη, Νικόλαο Οικονομίδη, Αθανάσιο Γιωτάκο και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένου του 3ου δικαστή της συνθέσεως). 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2004, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........................................ , κατοίκου Ρεθύμνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα, βάσει δηλώσεως κατ` άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. 

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «.... .....................», που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. 

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2001 του Εφετείου Κρήτης. 

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2002 αίτησή της και τους από 23-12-2003 προσθέτους λόγους. 

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. 

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Οικονομίδης ανέγνωσε την από 26-1-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. 

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα έγγραφα δε αυτά, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό αυτής, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. 

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. 

Αν κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού (άρθρ. 112 εισ. Ν. ΑΚ) αναγνωρισθεί από τον οφειλέτη, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, το προσωρινό υπόλοιπο που προέκυψε, αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση. 

Στην περίπτωση αυτή αρκεί η έγγραφη απόδειξη της αναγνωρίσεως αυτής και των κονδυλίων που καταχωρίσθηκαν μετά από αυτήν. 

Με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται, σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών, με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που θέτει η Τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου. 

Τέλος, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. 

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και συνεπώς μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πιστώσεως, να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ` ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεως, φέροντας όμως αυτός το βάρος της αποδείξεως των σχετικών ισχυρισμών. 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα εξής: Με την από 15-12-1992 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και την ταυτόχρονη πρόσθετη πράξη, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας «.....................» και της αναιρεσίβλητης ....... Τράπεζας, η δεύτερη χορήγησε στην πρώτη έντοκη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό ύψους 55.000.000 δραχμών. 

Με την από 21.6.1995 πρόσθετη πράξη ορίσθηκε ότι η πίστωση θα παρέχεται στην ανώνυμη εταιρία «............» που προήλθε από τη μετατροπή της αρχικής πιστούχου ........ και η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης. 

Σύμφωνα με τον 9ο όρο της αρχικής συμβάσεως, η πιστούχος υπόσχεται την άμεση καταβολή του καταλοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και όταν λαμβάνει γνώση του καταλοίπου, με τη γνωστοποίηση σε αυτή από την αναιρεσίβλητη αντιγράφου του λογαριασμού, οφείλει μέσα σε δέκα ημέρες να επιφέρει τις τυχόν αντιρρήσεις ή παρατηρήσεις της. 

Διαφορετικά, εφόσον σιωπήσει, λογίζεται ότι αναγνωρίζει το κατάλοιπο του λογαριασμού και δεν έχει περαιτέρω δικαίωμα να το αμφισβητήσει. 

Με άλλο όρο της συμβάσεως συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η οφειλή που θα προέκυπτε από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνυόταν και από απόσπασμα των βιβλίων της δανείστριας Τράπεζας, εξηγμένο από αυτήν, το οποίο θα εμφάνιζε την κίνηση του ή των οικείων λογαριασμών της πιστώσεως. 

Την τήρηση των όρων της συμβάσεως και της πρόσθετης πράξης, με τις από 15-12-1992 και 16-11-1996 έγγραφες δηλώσεις της, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτρια, παραιτηθείσα της ενστάσεως της διζήσεως, η αναιρεσείουσα, η οποία δήλωσε επί πλέον ότι αποδέχεται και αναγνωρίζει εκ των προτέρων ως έγκυρη και ισχυρή κάθε αναγνώριση του καταλοίπου της πιστώσεως εκ μέρους της πιστούχου εταιρίας ή των εταίρων της. 

Την 30-6-1996 ο λογαριασμός παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο 42.274.690 δραχμών, το οποίο οι πρωτοφειλέτες, με σχετική επιστολή τους προς το υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης στο Ρέθυμνο, δήλωσαν ότι, μετά από προηγούμενο έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών που απέδειξε ότι ήταν ακριβές, το αναγνωρίζουν ως οφειλόμενο εκ μέρους τους. 

Το ποσό αυτό έχει περιληφθεί στον αναλυτικό λογαριασμό, που τηρούσε η Τράπεζα για τη δανειολήπτρια, ο οποίος την 23.2.1998 έκλεισε οριστικά με κατάλοιπο 49.186.667 δραχμές. 

Με τις από 16-3-1998 εξώδικες δηλώσεις της η αναιρεσείουσα(???) γνωστοποίησε έκτοτε προς την πιστούχο και την εγγυήτρια στο κλείσιμο του λογαριασμού και το ως άνω κατάλοιπο για να χωρήσουν οι συνέπειες του 907 όρου της συμβάσεως. 

Οι τελευταίοι δεν προέβαλαν ούτε διατύπωσαν αντιρρήσεις μέσα στην ταχθείσα 10ήμερη προθεσμία και έτσι θεωρείται ότι αναγνώρισαν το κατάλοιπο. 

Στη συνέχεια, κατόπιν της από 30-3-1998 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε και η αναιρεσείουσα να της πληρώσει το ανωτέρω ποσό, πλέον τόκων και εξόδων. 

Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής η Τράπεζα επικαλέσθηκε και προσκόμισε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, ήτοι επικυρωμένα αντίγραφο της συμβάσεως πιστώσεως και των προσθέτων πράξεων, των δηλώσεων εγγυήσεως, των επιδοθεισών δηλώσεων γνωστοποιήσεως του κλεισίματος της πιστώσεως και του λογαριασμού καθώς και φωτοτυπικό αντίγραφο του λογαριασμού, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, που εμφάνιζε την κίνηση του από την τελευταία αναγνώριση μέχρι το οριστικό κλείσιμό του. 

Το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως που είχε χορηγήσει, αποδεικνυόταν και από το αναφερόμενο απόσπασμα των λογιστικών της βιβλίων, που προβλεπόταν από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και ήταν επικυρωμένο από δικηγόρο. 

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας και επικύρωσε τη διάταξη πληρωμής, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε άλλη διάταξη ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα ανεπίτρεπτα. 

Γι` αυτό και οι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 19 και 11 πρώτος και έκτος, κατά την ορθή εκτίμησή τους, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ.- Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, με το να δεχθεί ότι στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είχε επισυναφθεί, ως αποδεικτικό της οφειλής της πιστούχου, επικυρωμένο νομότυπα από τον πληρεξούσιο δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, φωτοτυπικό απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, που εμφάνιζε την κίνηση του λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία του οριστικού κλεισίματός του, ενώ το αληθές είναι ότι στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είχε επισυναφθεί απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης, επικυρωμένο από δύο υπαλλήλους της, χωρίς να βεβαιώνεται η ακρίβειά του από δικηγόρο. 

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, πλήσσει την περί των πραγματικών γεγονότων κρίση του προσβαλλόμενης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. 

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, τίθεται θέμα παραμορφώσεως του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και της ένδικης διαταγής πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, διότι έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως είναι μόνο αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι τα πιο πάνω.

ΙΙΙ.- Ο όρος της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά τον οποίον, αν ο πιστούχος δεν αντιλέξει μέσα στην οριζόμενη προθεσμία των 10 ημερών από της γνωστοποιήσεως σ` αυτόν του καταλοίπου του λογαριασμού, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο, είναι κατά τα ανωτέρω έγκυρος (ΑΠ 1524/91). 

Δεν αποτελεί δηλαδή συμφωνία περί αναθέσεως του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλόμενους, η οποία θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 372 ΑΚ, καθόσον δεν αποκλείεται το δικαίωμα ανταποδείξεως, αλλ` απλώς περιορίζεται με την παρεχόμενη στον πιστούχο δυνατότητα να αμφισβητήσει το κατάλοιπο μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία. 

Το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής, με τον οποίον προβλήθηκε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ως στηριχθείσας στην πλασματική αναγνώριση του καταλοίπου, λόγω μη αμφισβητήσεώς του εντός της πιο πάνω προθεσμίας. 

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ αφού αυτή ως προϋποθέτουσα άρση της αοριστίας της παροχής δεν ήταν εφαρμοστέα στην κριθείσα περίπτωση, όπου ρυθμίστηκε συμβατικά (άρθρ. 361 ΑΚ) η συνέπεια της σιωπής και γι` αυτό οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 

IV.- Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. 

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από την σύμβαση αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. 

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δέκατο λόγο της ανακοπής της, ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας (που είχε αυτή από τη σύμβαση και το νόμο κατ` άρθρο 112 Εισ. Ν. ΑΚ και 47 του ν.δ. της 17.7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών») να κλείσει οριστικά την πίστωση και το λογαριασμό αυτής και στη συνέχεια να ζητήσει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για την καταβολή του χρεωστικού κατάλοιπου του λογαριασμού σε βάρος και αυτής ως εγγυήτριας, είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, διότι «προέβη ξαφνικά και αδικαιολόγητα, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντά της, στο κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς ν` αναφέρει πουθενά για ποιο λόγο το έπραξε τη στιγμή που εμπράγματες ασφάλειες εξασφάλιζαν την απαίτησή της». 

Το λόγο αυτό της ανακοπής απέρριψε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως νόμω αβάσιμo, με την αιτιολογία ότι τα επικαλούμενα και περιεχόμενο σ` αυτόν πραγματικά περιστατικά δεν περιάγουν την άσκηση του δικαιώματος σε αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. 

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του τελευταίου τούτου άρθρου και γι` αυτό οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως κατά τα σχετικά μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

V.- Η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται στις ανακοπές του άρθρου 583 επομ. του ίδιου Κώδικα και επομένως εφαρμόζονται σ` αυτή οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 585 παρ. 2, κατά το οποίο οι λόγοι ανακοπής πρέπει να προταθούν μόνο με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ή με πρόσθετο δικόγραφο, που πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και να κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. 

Νέοι λόγοι ανακοπής που προτείνονται κατ` άλλο τρόπο είναι απαράδεκτοι ακόμη και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής και δεν ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις αλλά από εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 εδ. α` και 224 ΚΠολΔ. 

Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως κατά τα σχετικά μέρη τους και οι πρώτος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1,6,7 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας του καταναλωτή» 17,20 και 25 του Συντάγματος και του 1ου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι διότι προτείνονται για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου. 

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης. 

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 29-1-2000, αίτηση της ......................... , για αναίρεση της 506/2001 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2004. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 



ΑΠ ΑΠ 1472/2004 ΚΠολΔ 242 ν.2251/1994 ΠΠΣΡ 1 Σ 17 Σ 20 Σ 25
Γιώργος Σαρρής
ΑΔΤ Ν-067257


Share this